Βιογραφία

Γεννήθηκε στη Μονεμβασιά την Πρωτομαγιά του 1909 και πέθανε στην Αθήνα το 1990. Ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής, από τους παραγωγικότερους και σημαντικότερους του 20ού αιώνα. Γιος εύπορου κτηματία, τελείωσε το σχολαρχείο της Μονεμβασιάς και το 1921 γράφτηκε στο γυμνάσιο του Γυθείου. Ο θάνατος του αδερφού του και της μητέρας του από φυματίωση το 1921, καθώς και η οικονομική καταστροφή της οικογένειας του, απόρροια εν μέρει του χαρτοπαικτικού πάθους του πατέρα του, σημάδεψαν τη ζωή του ποιητή από τα μικρά του χρόνια. Ήδη στην εφηβεία του όμως είχε βρει τον δρόμο της λογοτεχνίας -το 1924 δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων ποιήματά του με το ψευδώνυμο Ιδανικόν Όραμα. Το 1925 μετακόμισε, με την κατά έναν χρόνο μεγαλύτερη αδερφή του Λούλα, στην Αθήνα. Αρρώστησε όμως από φυματίωση και κατέφυγε στη Μονεμβασιά, όπου άρχισε να σχεδιάζει δύο ποιητικές συλλογές: Δάκρυα και χαμόγελα και Στο παλιό μας σπίτι. Αρκετά από αυτά τα ποιήματα δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, το διάστημα 1927-1928, αλλά δεν κυκλοφόρησαν αυτοτελώς ως συλλογές. Ήταν ποιήματα παραδοσιακής μορφής, μέσα στο κλίμα της εποχής, με έντονη την επιρροή της ποίησης του Τέλλου Αγρα και του Λάμπρου Πορφύρα. Η επιστροφή του στην Αθήνα το 1926 συνδυάστηκε με την εγγραφή του στη Νομική Σχολή, στην οποία όμως δεν φοίτησε. Τα επόμενα χρόνια προσπαθούσε με περιστασιακές εργασίες (γραφέας, ηθοποιός κ.ά.) να κερδίζει τα προς το ζην, όταν δεν ήταν κλεισμένος σε φθισιατρείο. Στο σανατόριο «Σωτηρία», όπου έμεινε από το 1927 ως το 1930, γνωρίστηκε με διανοούμενους, όπως με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, και ήρθε σε συστηματική επαφή με τις μαρξιστικές ιδέες, που αργότερα επηρέασαν τη ζωή και το έργο του.

Από το 1930 ήδη έγραφε ποιήματα καρυωτακικής διάθεσης, που περιλήφθηκαν στις συλλογές Τρακτέρ (1934) και Πυραμίδες (1935). Το 1934 έγινε μέλος του ΚΚΕ και συνεργάστηκε με την εφημερίδα Ριζοσπάστης με το ψευδώνυμο Γ. Σοστίρ, από αναγραμματισμό του ονόματός του. (Χρησιμοποίησε επίσης τα ψευδώνυμα Πέτρος Βελιώτης, Κώστας Ελευθερίου.) Τον Μάιο του 1936 ο Ρ., συγκλονισμένος από τις αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ των καπνεργατών απεργών και των κρατικών δυνάμεων καταστολής στη Θεσσαλονίκη, έγραψε τον Επιτάφιο, ποίημα σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο και με έντονα στοιχεία του δημοτικού τραγουδιού στη γλώσσα και το ύφος, ένα μέρος του οποίου δημοσιεύθηκε αμέσως στον Ριζοσπάστη με τίτλο «Μοιρολόι». Ολόκληρο το έργο κυκλοφόρησε σε 10.000 αντίτυπα, που, μέχρι την κατάσχεσή τους τον Αύγουστο από το διδακτορικό καθεστώς του Μεταξά, είχαν σχεδόν εξαντληθεί.

Ο Επιτάφιος έκλεισε την πρώτη περίοδο της δημιουργίας του Ρ., ο οποίος ήδη από το 1935 είχε στραφεί στον ελεύθερο στίχο και τις καινούριες διαθέσεις στην έκφραση, υιοθετώντας υπερρεαλιστικά στοιχεία. Με τη δημοσίευση (1937) του έργου του Το τραγούδι της αδελφής μου, ελεγείας για την αδερφή του Λούλα που ασθενούσε από ψυχική νόσο, εμφανίστηκε ως λυρικός ποιητής με προσωπικό ύφος και απέσπασε την αναγνώριση του τότε πατριάρχη των ελληνικών γραμμάτων Κωστή Παλαμά, ο οποίος, πολύ ενθαρρυντικός, τον χαιρέτισε έμμετρα: «Παραμερίζουμε, ποιητή, για να περάσεις». Ως το 1943, με συνεχείς οικογενειακές περιπέτειες (ο πατέρας του πέθανε στο ψυχιατρείο το 1938) και συνεχή την απειλή της φυματίωσης, εργαζόταν ως ηθοποιός και χορευτής στο Εθνικό Θέατρο και στην Εθνική Λυρική Σκηνή και έγραφε λυρικά ποιήματα με θέματα τον έρωτα, το ταξίδι, τη νοσταλγία της παιδικής ηλικίας, την ομορφιά.

Το 1945, μετά τα Δεκεμβριανά, όντας ήδη οργανωμένος στο ΕΑΜ, συνεργάστηκε με το Λαϊκό Θέατρο Μακεδονίας και επέστρεψε στην Αθήνα μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Από το 1948 ως το 1952 έζησε την περιπέτεια της Αριστεράς (εξορίστηκε στη Λήμνο, τη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη). Η περίοδος όμως που ακολούθησε ήταν πολύ γόνιμη και δημιουργική για τον Ρ., ο οποίος καλλιεργούσε πλέον έναν εκτεταμένο, συχνά σε τρεις και παραπάνω τυπογραφικές αράδες, στίχο και εξέθετε με στοχαστική διάθεση τα βιώματά του από την ταραγμένη, για τον ίδιο και τον τόπο, εποχή.

Το 1956 τύπωσε τη Σονάτα του σεληνόφωτος, για την οποία τιμήθηκε με το Α’ Κρατικό Βραβείο ποίησης. Παράλληλα, οι πολιτικές διεργασίες στην τότε Σοβιετική Ένωση (διαδικασία απαλλαγής από τη σταλινική ιδεολογία) και στην Ελλάδα (καθαίρεση του Γραμματέα του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη) επέδρασαν στην ποιητική του Ρ., ο οποίος ήταν στέλεχος της ΕΔΑ. Ζώντας μια ειρηνική και ασφαλή περίοδο της ζωής του, ο καταξιωμένος πλέον ποιητής συνέθετε μεγάλο αριθμό έργων, στα οποία αξιοποιώντας την καβαφική ποιητική στάση κατασκεύαζε έναν κόσμο όπου τα αυτοβιογραφικά-βιωματικά στοιχεία συνδέονταν με τα ερεθίσματα του ιστορικού χρόνου και ανάγονταν στο επίπεδο του μύθου και του αρχέτυπου. Το 1960 κυκλοφόρησε η μελοποίηση του Επιτάφιου από τον Μίκη Θεοδωράκη. Το 1962 ο Ρ. ταξίδεψε στην κομμουνιστική Ανατολική Ευρώπη και το 1966 στην Κούβα. Την ίδια χρονιά τυπώθηκε αυτοτελώς η Ρωμιοσύνη (α’ δημοσ. 1954 στη συλλ. Αγρύπνια), η οποία παράλληλα μελοποιήθηκε από τον Θεοδωράκη. Ο ποιητής γνωρίζει μεγάλη δημοτικότητα.

Το 1967 συνελήφθη και πάλι από την απριλιανή δικτατορία και εξορίστηκε στη Γυάρο και μετά στη Λέρο. Με την κινητοποίηση Ευρωπαίων διανοουμένων, με επικεφαλής τον Aragon, αλλά και εξαιτίας της ασθένειάς του, αφού χειρουργήθηκε στο αντικαρκινικό νοσοκομείο, παρέμεινε στο Καρλόβασι της Σάμου σε κατ’ οίκον περιορισμό μέχρι το 1970. Το 1973 εξέδωσε το έργο Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, που την ίδια χρονιά μελοποίησε ο Μ. Θεοδωράκης, για να παρουσιαστεί σε συναυλίες στο εξωτερικό. Οι περιπέτειες με την υγεία του, καθώς και οι πολιτικές του περιπέτειες, συνεχίζονταν. Είχε όμως πλέον παγκόσμια αναγνώριση. Τα έργα αυτής της πολύ παραγωγικής και γόνιμης περιόδου είτε αποτελούν, θεματικά, αντιστασιακή ποίηση είτε εκφράζουν τον υπαρξιακό απολογισμό και την αίσθηση της ματαιότητας· περιέχουν κυρίως διαπιστώσεις περί της τραγικότητας της ύπαρξης.

Μετά τη Μεταπολίτευση η καθιέρωση του Ρ. συνοδεύτηκε από πλήθος τιμητικών εκδηλώσεων προς το πρόσωπό του, στην Ελλάδα και το εξωτερικό: προτάθηκε για το Βραβείο Νόμπελ (1975), του απονεμήθηκε το Βραβείο Λένιν για την ειρήνη (1977), ανακηρύχθηκε «Ποιητής Διεθνούς Ειρήνης» από τον ΟΗΕ (1986), τιμήθηκε με το μετάλλιο «Joliot-Curie», την ανώτατη διάκριση του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ειρήνης (1990) κ.ά. Αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας των πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης (1975), Μπέρμιγχαμ (1978), Karl Marx Λιψίας (1984), Αθηνών (1987). Παρά την επισφαλή του υγεία, ήταν ως το τέλος της ζωής του δημιουργικός και δραστήριος.

Αρέσει σε %d bloggers: